
Την Κυριακή 11 Νοεμβρίου, η Α.Θ.Μ. ο Πάπας και Πατριάρχης Αλεξανδρείας και πάσης Αφρικής κ.κ. Θεόδωρος Β΄, προεξήρχε της Θείας Λειτουργίας στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Ελευθερίου στο κέντρο της πόλης Φρίταουν, στην Σιέρρα Λεόνε.

Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴν ἀνακομιδὴ τῆς τιμίας Ζώνης τῆς Θεοτόκου. Οἱ γνῶμες γιὰ ποὶος αὐτοκράτορας τὴν ἔκανε διίστανται, ἄλλοι λένε ὅτι ἔγινε ἀπὸ τὸ βασιλιὰ Ἀρκάδιο καὶ ἄλλοι ἀπὸ τὸ γιό του, Θεοδόσιο τὸν Β’.
Ἡ τιμία Ζώνη μεταφέρθηκε ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τοποθετήθηκε σὲ μία χρυσὴ θήκη. Ἡ θήκη αὐτή, ὀνομάστηκε Ἁγία Σωρός. Ὁ βασιλιὰς Λέων ὁ Σοφός, ἄνοιξε τὴν Ἁγία Σωρό, μετὰ ἀπὸ 410 χρόνια γιὰ νὰ ἐπικαλεσθεῖ τὴν Θεία Χάρη της, ἐπειδὴ ἡ σύζυγός του διακατείχετο ἀπὸ ἕναν δαίμονα.
Ἀφοῦ λοιπὸν τὴν προσκύνησαν, ὁ Πατριάρχης ἅπλωσε τὴν τίμια Ζώνη ἐπάνω στὴ βασίλισσα καὶ ἀμέσως ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸ δαιμόνιο.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. δ’.
Θεοτόκε Ἀειπάρθενε, τῶν ἀνθρώπων ἡ σκέπη, Ἐσθῆτα καὶ Ζώνην τοῦ ἀχράντου σου σώματος, κραταιὰν τῇ πόλει σου περιβολὴν ἐδωρήσω, τῷ ἀσπόρῳ τόκῳ σου ἄφθαρτα διαμείναντα· ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις, καινοτομεῖται καὶ χρόνος. Διὸ δυσωποῦμέν σε, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.
Ἕτερον Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Πρὸς δόξαν ἀκήρατον, ἀνερχομένη Ἁγνή, χειρί σου δεδώρησαι, τῷ Ἀποστόλῳ Θωμᾷ, τὴν πάνσεπτον Ζώνην σου· ὅθεν Παρθενομῆτορ, τὴν κατάθεσιν ταύτης, ἄγοντες χαρμοσύνως, τὴν σὴν χάριν ὑμνοῦμεν, δι’ ἧς περιζωννύμεθα, ἰσχὺν ἀήττητον.
Κοντάκιον Ἦχος β’. Τὴν ἐν πρεσβείαις.
Τὴν θεοδόχον γαστέρα σου Θεοτόκε, περιλαβοῦσα ἡ Ζώνη σου ἡ τιμία, κράτος τῇ πόλει σου ἀπροσμάχητον, καὶ θησαυρὸς ὑπάρχει, τῶν ἀγαθῶν ἀνέκλειπτος, ἡ μόνη τεκοῦσα Ἀειπάρθενος.
Μεγαλυνάριον.
Σύνδησον ἀγάπῃ εἰλικρινεῖ, Κεχαριτωμένη, Παντευλόγητε Μαριάμ, τοὺς τῇ καταθέσει, τῆς σῆς παντίμου Ζώνης, ὑμνοῦντας τὰς ἀπείρους, εὐεργεσίας σου. | |||
Ὁ Ἅγιος Πλάτωνας καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἄγκυρα τῆς Γαλατίας τῆς Μ. Ἀσίας, καὶ ἦταν ἀδελφὸς τοῦ μάρτυρα Ἀντιόχου. | |||||||||||||||
Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου
αἰώνα μ.Χ. Ἐπειδὴ ὁ ἔπαρχος Ἀντιοχείας Ἀσκληπιάδης φώναζε καὶ
βλασφημοῦσε κατὰ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ πιστὴ καρδιὰ τοῦ Ῥωμανοῦ πῆρε
φωτιὰ ἀπὸ ἱερὴ ἀγανάκτηση ἐναντίον του. | |||||||||||||||
|
|
|
||||||||||||||
|
Καταγόταν
ἀπὸ τὴν Παραμυθιὰ τῆς Ἠπείρου. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ θέρους, βρισκόταν
μαζὶ μὲ τὴν ἀδελφή του καθὼς καὶ μὲ ἄλλους χριστιανοὺς στοὺς ἀγρούς.
Ἐκεῖ λοιπόν, ἦλθε σὲ συμπλοκὴ μὲ κάποιους Τούρκους, ποὺ ἐπιτέθηκαν μὲ
κακὸ σκοπὸ στὴν ἀδελφή του.
Τότε
οἱ Τοῦρκοι, προσβληθέντες ἀπὸ τὴν συμπλοκὴ αὐτή, συκοφάντησαν τὸν
Ἀναστάσιο στὸν πασᾶ, ὅτι δῆθεν ἔδωσε λόγο νὰ ἀλλάξει τὴν πίστη του. Ὁ
πασᾶς τὸν συνέλαβε καὶ τὸν πίεζε νὰ ἀλλαξοπιστήσει. Στὶς προτάσεις τοῦ
πασᾶ ὁ Ἀναστάσιος ἀπάντησε: «Ποτὲ
δὲν ἔδωσα τέτοιο λόγο. Χριστιανὸς γεννήθηκα, χριστιανὸς καὶ θὰ πεθάνω
μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ μου. Ὅσο γιὰ τὰ ἀγαθὰ ποὺ μοῦ ὑπόσχεσαι δὲν
ἐνδιαφέρομαι καθόλου, διότι ἔχω πολλὰ ἀγαθὰ αἰώνια, ποὺ βρίσκονται στοὺς
οὐρανοὺς καὶ δὲν ἔχουν καμιὰ σύγκριση μὲ τὰ παρόντα». Μὲ τὰ λόγια
αὐτὰ ὁ Ἀναστάσιος, κατόρθωσε καὶ ἔκανε χριστιανὸ τὸν γιὸ τοῦ πασᾶ, Μούσα
ὀνομαζόμενο (κάποιες πληροφορίες ἀναφέρουν ὅτι μετονομάστηκε Δημήτριος
καὶ μάλιστα μαρτύρησε γιὰ τὸν Χριστό).
Ὁ
δὲ Ἅγιος, ἀφοῦ βασανίστηκε μέσα στὴν φυλακὴ μὲ τὸν πιὸ φρικτὸ τρόπο,
τελικὰ ἀποκεφαλίστηκε ἔξω ἀπὸ τὴν Παραμυθιὰ κοντὰ σ’ ἕνα Μοναστήρι στὶς
18 Νοεμβρίου 1750.
Τὸ ἱερὸ λείψανό του ἐνταφίασαν μὲ τιμὲς οἱ μοναχοί του Μοναστηριοῦ αὐτοῦ. | |||||||||||||||
Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἀπὸ νεαρὴ ἡλικία ἀσπάσθηκε τὸ μοναχικὸ βίο καί ἀσκήθηκε στὸν ἀγώνα τῶν μοναχικῶν ἀρετῶν, τῆς ὑπακοῆς, τῆς φιλαδελφία | |
Στὸ δυτικὸ ἄκρο τῆς Εὐρώπης, τὴ Βρετανία, ἀπὸ τὸν 5ο
αἰώνα π.Χ. κατοικοῦσαν Κέλτες. Ὁ Χριστιανισμὸς ἐδῶ | |
Ὁ
Ἅγιος Ἀγάπιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Γάζα τῆς Φοινίκης, οἱ Ἅγιοι Ἀλέξανδροι
ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, οἱ Ἅγιοι Διονύσιοι ἀπὸ τὴν Τρίπολη τῆς Φοινίκης, ὁ
Ἅγιος Πλησίον ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο, ὁ Ἅγιος Ρωμύλος ἀπὸ τὴ Διόσπολη καὶ ὁ
Ἅγιος Τιμόλαος ἀπὸ τὸν Πόντο. | |
Οἱ Ἅγιοι Μάρτυρες Κύρος καὶ Ἰωάννης ἄθλησαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ (284 – 305 μ.Χ.). Ὁ Ἅγιος Κύρος καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἀλεξάνδρεια, ἐνῶ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἔδεσσα τῆς Μεσοποταμίας. | |
Ὁ
προφήτης Μαλαχίας καταγόταν ἀπὸ τὴ φυλὴ Λευΐ καὶ ἐγεννήθηκε στὸ Σοφερὸ
μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ τῶν Ἰουδαίων ἀπὸ τὴ Βαβυλώνια αἰχμαλωσία. Ἔζησε περὶς
τὸν 5ο π.Χ. | |||||||||||||||
Ὁ
Μάρτυς Γόρδιος καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας καὶ ἔζησε
στὴν ἐποχὴ τοῦ βασιλέως Λικινίου (307-323 μ.Χ.). Ἦταν ἀξιωματοῦχος τῆς
αὐτοκρατορικὴς αὐλῆς. | |||||||||||||||
Ἡ Ἁγία Ἀναστασία εἶχε πατέρα τὸν Πατρίκιο, ὁ ὁποῖος ἦταν Ρωμαῖος. Διακρινόταν γιὰ τὸ ὑπέροχο κάλος, τὴν παιδεία καὶ τὴν κοσμιότητά της. Παντρεύτηκε σὲ νεαρὴ ἡλικία τὸν Ποπλίωνα, ἄρχοντα τῶν Ρωμαίων καὶ φανατικὸ εἰδωλολάτρη. Ἡ Ἀναστασία ὅμως, κατηχήθηκε στὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἔλαβε τὸ Θεῖο Βάπτισμα. Ἐπειδὴ δὲν φανέρωσε δημόσια, λόγω τοῦ ἀνδρός της, τὴν χριστιανική της πίστη βοηθοῦσε κρυφὰ ὅσους εἶχαν ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα χέρι βοηθείας ἢ ἕνα λόγο παρηγοριάς. Ντυνόταν πενιχρὰ καὶ μετέβαινε στὶς φυλακὲς πηγαίνοντας τροφὴ καὶ χρήματα.
Ὅταν ἔμαθε ὁ Ποπλίωνας τὴν δράση τῆς Ἁγίας, ἐξοργίστηκε. Ἀρχικὰ προσπάθησε νὰ τὴν μεταπείσει μὲ συμβουλές. Ὅμως, ἡ Ἀναστασία παρέμενε ἀκλόνητη στὴν πίστη της ἀκόμα καὶ ὅταν τὴν κακοποίησε. Αὐτὴ ἡ ἐπιμονή της, ἐξόργισε τὸν Ποπλίωνα καὶ τὴν κατέδωσε στὸν αὐτοκράτορα Διοκλητιανό, ὁ ὁποῖος διέταξε τὴν φυλάκισή της.
Ἐπειδὴ ἐξακολουθοῦσε νὰ ὑμνολογεῖ τὸν Κύριο, ὁ Διοκλητιανὸς διέταξε τὸν βασανισμό της. Τελικὰ ἡ Ἁγία Ἀναστασία παρέδωσε τὸ πνεῦμά της στὴν πυρά.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Τῶν Μαρτύρων ταῖς χρείαις διακονήσασα, μαρτυρικῶς ἐμιμήσω τὰς ἀριστείας αὐτῶν, δι’ ἀθλήσεως ἐχθρὸν καταπαλαίσασα· ὅθεν βλυστάνεις δαψιλῶς, χάριν ἄφθονον ἀεί, Ἀναστασία θεόφρον, τοῖς προσιοῦσιν ἐκ πόθου, τῇ ἀρωγῇ τῆς προστασίας σου.
Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Οἱ ἐν πειρασμοῖς, καὶ θλίψεσιν ὑπάρχοντες, πρὸς τὸν σὸν ναόν, προστρέχοντες λαμβάνουσι, τὰ σεπτὰ δωρήματα, τῆς ἐν σοὶ οἰκούσης θείας χάριτος, Ἀναστασία· σὺ γὰρ ἀεί, τῷ κόσμῳ πηγάζεις τὰ ἰάματα.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Τὰ πάθη ἡμῶν, τὰ μυσαρὰ καὶ χρόνια, ῥοπῇ μυστικῇ, Ἀναστασία ἴασαι, καὶ ζωὴν ἀκίνδυνον, διανύειν ἡμᾶς, καταξίωσον, ὡς ἂν τῶν θείων ἐντολῶν, τρυγήσωμεν πάντες τοὺς ἐνθέους καρπούς.
Μεγαλυνάριον.
Φάρμακα προχέουσα μυστικά, ψυχῶν καὶ σωμάτων, θεραπεύεις πάθη δεινά, ὦ Ἀναστασία, τῇ θείᾳ ἐνεργείᾳ· διὸ τὰς χάριτάς σου, πάντες κηρύττομεν. | |
Ὑπῆρξε συνεργάτης τοῦ Κυρίλλου καὶ Μεθοδίου, τὸν 9ο αἰώνα (842), στοὺς ἀγῶνές τους γιὰ τὴν διάδοση τῆς χριστιανικῆς πίστης στὴ Βουλγαρία. Καὶ στὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργο, ὅπου συνάντησαν μεγάλα ἐμπόδια καὶ ἐπικίνδυνες ἀντιστάσεις, ἡ παρουσία τοῦ Ναοὺμ εἶχε μεγάλη ἐπίδραση. Διότι στὴν δύναμη τῆς διδασκαλίας του, πρόσθετε καὶ τὴν ἐντύπωση, ποὺ προκαλοῦσαν τὰ θαύματα ποὺ ἐνεργοῦσε μὲ τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Ναούμ, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὅπου πῆγε στὸν τότε Πάπα Ἀδριανό, πέρασε καὶ ἀπὸ τὴν Γερμανία, ὅπου ὑπῆρχαν πολλὲς καὶ διάφορες αἱρέσεις. Καὶ ἀφοῦ κήρυξε καὶ ἐκεῖ ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία, ἐπανῆλθε καὶ πάλι στὴ Βουλγαρία. Ἐκεῖ, ὀργάνωσε μαζὶ μὲ ἄλλους συναγωνιστές του, σῶμα ἐσωτερικῆς ἱεραποστολῆς καὶ ἐργάστηκε θερμότατα γιὰ τὴν διάδοση τοῦ χριστιανισμοῦ μὲ τὰ κηρύγματά του καὶ τὶς συνεχεῖς διδακτικὲς περιοδεῖες του.
Ὁ θάνατος τὸν βρῆκε ὄρθιο, νὰ κοπιάζει μέχρι τελευταίας του πνοῆς γιὰ τὸν εὐσεβὴ σκοπό του. | |
Στὴν ἱστορικὴ διαδρομὴ τῶν αἰώνων πολλοὶ παρουσιάσθηκαν ὡς πηγὲς γνώσεως καὶ ἀναμορφωτὲς τῆς ἀνθρωπότητας. | |
Καὶ οἱ πέντε ἄνηκαν στοὺς ἑβδομήκοντα Ἀποστόλους τοῦ Κυρίου. Καὶ | |||
Μόνο ὁ Ἅγιος Νικόδημος τοὺς ἀναφέρει. | |||
Ἦταν μεταξὺ τῶν δώδεκα μαθητῶν τοῦ Κυρίου καὶ ἀνῆκε σὲ οἰκογένεια ἁλιέων.
Ὁ Θωμᾶς, λοιπόν, μετὰ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν πρώτη ἐμφάνισή Του στοὺς μαθητές, δυσπιστοῦσε σ’ αὐτὰ ποὺ τοῦ ἔλεγαν αὐτοί. Ἀλλὰ ὁ Κύριος ἐπανεμφανίστηκε στοὺς μαθητὲς μέσα στὸ ὑπερῷον, ὅταν μεταξὺ τους βρισκόταν καὶ ὁ Θωμᾶς. Τότε ὁ Κύριος προέτρεψε τὸν Θωμᾶ νὰ ψηλαφήσει τὶς πληγὲς ἀπὸ τὰ καρφιὰ ποὺ Τὸν σταύρωσαν, καὶ νὰ μὴ γίνεται ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός.
Ἐκθαμβωμένος ὁ Θωμᾶς, προσκύνησε καὶ ἀνεβόησε: «Ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου». Ἡ δὲ ἀπάντηση τοῦ Κυρίου ἦταν τέτοια, ποὺ θὰ διδάσκει ὅλους ὅσους θέλουν νὰ δυσπιστοῦν στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου. Εἶπε, λοιπόν, ὁ Κύριος: «ὅτι ἐώρακάς με, πεπίστευκας, μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες». Δηλαδή, λέει ὁ Κύριος στὸν Θωμᾶ, πίστεψες ἐπειδὴ μὲ εἶδες. Μακαριότεροι καὶ περισσότερο καλότυχοι εἶναι ἐκεῖνοι, ποὺ ἂν καὶ δὲν μὲ εἶδαν, πίστεψαν.
Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι ὁ Θωμᾶς μετὰ τὴν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πῆγε καὶ κήρυξε τὸ Εὐαγγέλιο στοὺς Πέρσες, Μήδους καὶ Ἰνδούς. Στὴν χώρα δὲ τῶν τελευταίων, μαρτύρησε μὲ θάνατο διὰ λογχισμού. Ἔτσι, τὸν ἀξίωσε ὁ Θεὸς ὄχι μόνο νὰ κηρύξει τὸ Εὐαγγέλιό Του, ἀλλὰ καὶ νὰ δώσει τὴ ζωή του γι’ Αὐτόν.
Ἀπολυτίκιον. Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ὡς θεῖος Ἀπόστολος, θεολογίας κρουνούς, ἐνθέως ἐξήντλησας, ἐκ λογχονύκτου πλευρᾶς, Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ὅθεν τῆς εὐσεβείας, κατασπείρας τὸν λόγον, ἔλαμψας ἐν Ἰνδίᾳ, ὡς ἀκτὶς οὐρανία, Θωμᾶ τῶν Ἀποστόλων, τὸ θεῖον ἀγλάϊσμα.
Κοvτάκιον. Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ὁ τῆς θείας χάριτος πεπληρωμένος, τοῦ Χριστοῦ Ἀπόστολος, καὶ ὑπηρέτης ἀληθής, ἐν μετανοῖᾳ ἐκραύγαζε· Σύ μου ὑπάρχεις, Θεός τε καὶ Κύριος.
Ἕτερον Κοντάκιον. Ἦχος πλ. δ’. Τῇ ὐπερμάχῳ.
Ὡς κοινωνὸς τοῦ ἐκ πλευρᾶς ἄφεσιν βλύσαντος
Τοῦ ζωηφόρου ὁμοιώματος ἐτρύφησας
Λογχευθεὶς Θωμᾶ πανεύφημε τὴν πλευράν σου.
Ἀλλ’ ὡς Μάρτυς καὶ Ἀπόστολος θεόληπτος
Σωσωσμένους τῷ Δεσπότῃ σου προσάγαγε
Τοὺς βοῶντάς σοι, χαίροις μάκαρ Ἀπόστολε.
Μεγαλυνάριον.
Τῇ χειρὶ ἁψάμενος τῆς πλευρᾶς, τοῦ βλύσαντος κόσμῳ, ἀθανάτου ζωῆς κρουνούς, ἐξ αὐτῆς ἐδέξω, δογμάτων θεῖα ῥεῖθρα, δι’ ὧν ψυχὰς ἀρδεύεις, Θωμᾶ Ἀπόστολε. | |||
Τὸ 326 ἡ Ἁγία Ἑλένη πῆγε στοὺς Ἁγίους Τόπους νὰ προσκυνήσει, καὶ νὰ εὐχαριστήσει τὸν Κύριο γιὰ τοὺς θριάμβους τοῦ γιοῦ της. Πηγαίνοντας ἐκεῖ ἡ Ἁγία Ἑλένη ἀρχίζει νὰ ἀναζητᾶ τὸν Τίμιο Σταυρό. | |
